ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ
loading...

ΠΩΣ ΝΑ ΜΗΝ ΠΛΗΡΩΝΕΤΕ ΕΡΤ (ΔΕΙΤΕ)



Μπορούμε να σταματήσουμε να πληρώνουμε ΕΡΤ, καταβάλοντας το αναλογούν ποσό γιά ΕΡΤ στο Tαμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, με γραπτή, πρωτοκολλημένη ενημέρωση της ΔΕΗ και ΕΡΤ, γιά τον αριθμό Σύστασης της Παρακαταθήκης υπέρ ΕΡΤ. Γιά την σύσταση,
καταβάλλονται Δικαιώματα του Ταμείου και Τρίτων, π.χ. γιά ποσό Παρακαταθήκης 23 Ευρώ, τα Δικαιώματα του Ταμείου είναι 0.12 Ευρώ.

 

Με αυτό τον νόμιμο τρόπο, η ΔΕΗ εισπράττει την αξία του Ηλεκτρικού Ρεύματος και ΦΠΑ, μείον την αναλογία ΕΡΤ, χωρίς το δικαίωμα διακοπής της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος στην κατοικία, επιχείρηση κλπ. Η απόδοση της Παρακαταθήκης στην δικαιούχο ΕΡΤ, ή σε εξουσιοδοτημένο πληρεξούσιό της, μπορεί να γίνει Μόνο με τα Πρωτότυπα Γραμμάτια της Παρακαταθήκης, τα οποία έχει στη κατοχή του ο Καταθέτης/Καταναλωτής.


ΔΕΙΤΕ ΜΙΑ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΕΔΩ ΚΑΙ ΧΡΟΝΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΔΙΚΑΙΩΣΗ ΤΟΥ ΣΤΟ ΣτΕ
(Παρόλα αυτά η εντολή δεν έχει εφαρμοσθεί ακόμα)

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΠΑΡΑΝΟΜΟΥ ΕΙΣΠΡΑΞΕΩΣ ΤΩΝ ΤΕΛΩΝ ΤΗΛΕΟΡΑΣΕΩΣ (Δελτίο Φορολογικής Νομοθεσίας 1991)



Του ΛΟΥΚΑ ΘΕΟΧΑΡΟΠΟΥΛΟΥ

Καθηγητή της Δημοσίας Οικονομίας και Δημοσιονομικής

Νομοθεσίας εις την Σχολή Νομικών και Οικονομικών Επιστημών

του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης



Ι.Α. Επί δεκαέξι χρόνια εισπράττεται με τους λογαριασμούς της ΔΕΗ από τους καταναλωτάς ηλεκτρικού ρεύματος παράνομη εισφορά υπέρ της ΕΡΤ, η οποία ανέρχεται ανά δίμηνο στο πόσο των δύο δισεκατομμυρίων δραχμών περίπου και ύστερα από την πρόσφατη αύξηση της θα υπερβαίνει το ποσό των 3.500.000.000 δραχμών ανά δίμηνο.

Πράγματι ο αρχικός νόμος 230/1975 με το άρθρο 8 ηθέλησε να δώσει εξουσιοδότηση στο Υπουργικό Συμβούλιο, με απόφαση του να επιβάλλεται ανταποδοτικό τέλος υπέρ της ΕΡΤ. Μέχρι τότε τα έσοδα της ΕΡΤ ή των προκατόχων της ήταν: επιχορηγήσεις από τον κρατικό προϋπολογισμό, οι συνδρομές που η ΕΡΤ εισέπραττε από τους κατόχους ραδιοφώνων και τα έσοδα από διαφημίσεις.

Σε εκτέλεση λοιπόν του άρθρου 8 (παράγραφος 1) του νόμου 230/1975 εξεδόθησαν: Η υπ’ αριθ. 203/1975 πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου με την οποία καθορίσθη για πρώτη φορά η εισφορά υπέρ της ΕΡΤ. Εν συνεχεία, η υπ’ αριθ. 229/1980 πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου με την οποία αυξήθη η εισφορά αυτή. Και τέλος, η υπ’ αριθ. 101/1984 πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου με την οποία αυξήθη η περαιτέρω εν λόγω εισφορά.

Όλες αυτές οι αποφάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου δεν επέβαλλον την εισφορά υπέρ της ΕΡΤ εις βάρος των κατόχων συσκευών ραδιοφώνου και τηλεοράσεως, αλλά εις βάρος των καταναλωτών ηλεκτρικού ρεύματος με βάση την αξία της καταναλισκομένης κατά μήνα ηλεκτρικής ενεργείας, δηλαδή εις βάρος των κατόχων μετρητού καταναλώσεως ρεύματος.

Έτσι λοιπόν με την εισφορά της ΕΡΤ επεβαρύνετο οποιοσδήποτε καταναλώνει ηλεκτρικό ρεύμα, ανεξαρτήτως εάν είναι κάτοχος ή όχι συσκευής ραδιοφώνου ή τηλεοράσεως. Με αποτέλεσμα να επιβαρύνονται και οι περιπτώσεις καταναλώσεως ρεύματος σε βοηθητικούς ή κοινόχρηστους χώρους, ακόμη και σε εκκλησίες και σε νεκροταφεία.

Όλα αυτά προσδίδουν στην εισφορά υπέρ της ΕΡΤ την έννοια του φόρου και όχι του ανταποδοτικού τέλους όπως το τελευταίο ήθελε η εξουσιοδοτική διάταξη του ν. 230/1975. Και η επιβολή της ήταν αντισυνταγματική, δεδομένου ότι το ισχύον Σύνταγμα του 1975 στο άρθρο 78 § 1 ορίζει ότι: κανείς φόρος δεν επιβάλλεται ούτε εισπράττεται χωρίς τυπικό νόμο, χωρίς δηλαδή πράξη της Νομοθετικής Εξουσίας.

Αυτά εδιδάσκοντο και διδάσκονται από τον υποφαινόμενο εις τους φοιτητάς ως εκ της επιστημονικής ειδικότητος του στο Φορολογικό Δίκαιο.

Αλλά επειδή ισχύον δίκαιο είναι οι υπάρχοντες νόμοι υπό την ουσιαστική τους έννοια, όπως ερμηνεύονται και εφαρμόζονται από τα δικαστήρια και όχι από τη θεωρία, έπρεπε λοιπόν να λυθεί το νομικό αυτό θέμα από τη νομολογία.



Β. Γι’ αυτό άσκησα αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας κατά της τελευταίας πράξεως του Υπουργικού Συμβουλίου, δηλαδή κατά της υπ’ αριθ. 101/1984, η οποία είχε απλώς αυξήσει περαιτέρω την εισφορά υπέρ της ΕΡΤ αιτούμενος την ακύρωση της κανονιστικής αυτής διοικητικής πράξεως για τρεις λόγους:

α. Ως παρανόμου, διότι ενώ με το νόμο εσκοπήθη η επιβολή ανταποδοτικού τέλους, τα κριτή¬ρια που καθόρισε ως βάση το Υπουργικό Συμβούλιο για τον προσδιορισμό του ύψους του επι¬βαλλόμενου τέλους δεν ήταν συναφή με τις υπηρεσίες που παρέχονται από την ΕΡΤ, ούτε επιτή¬δεια να οδηγήσουν στην επιβάρυνση κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου ανάλογα, με τις παρε¬χόμενες υπηρεσίες.

β. Ως αντισυνταγματικής, γιατί στην πραγματικότητα αντί για ανταποδοτικό τέλος με την κα¬νονιστική αυτή πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, επεβάλλετο φόρος και επομένως η επιβολή του φόρου δεν ήταν σύμφωνη με τις §§ 1 και 4 του άρθρου 78 του Συντάγματος.

γ. Επικουρικά, ως αναιτιολόγητου, διότι στην κανονιστική πράξη 101/84, δεν ανεφέρετο η αναλογική σχέση μεταξύ των αναμενόμενων εσόδων από την επιβολή του ανταποδοτικού τέλους και των προβλεπομένων εξόδων για τη λειτουργία της σχετικής υπηρεσίας.

Βέβαια, από παλαιότερα η διαίσθηση επωνύμων πολιτών είχε οδηγήσει στη δικαστική αμφισβήτηση της νομιμότητος της εισπραττομένης με τους λογαριασμούς της ΔΕΗ εισφοράς υπέρ της ΕΡΤ. Εντούτοις, το θέμα δεν ήταν ούτε είναι εύκολο. Είναι μείζον νομικό ζήτημα. Αυτό αποδεικνύεται μεταξύ των άλλων από το γεγονός, ότι συνάδελφος της Νομικής Σχολής Αθηνών υπεστήριξε το αντίθετο ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας κατά την εκδίκαση της υποθέσεως.

Εξάλλου, ανάλογο ζήτημα έχει κατ’ επανάληψη απασχολήσει το Συνταγματικό Συμβούλιο της Γαλλίας, προς τις αποφάσεις του οποίου συγκλίνει και η υπ’ αριθμόν 2909/1988 ακυρωτική επί του θέματος απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας της Χώρας μας.

Πράγματι, η απόφαση αυτή του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία συγκαταλέγεται μεταξύ των μεγάλων αποφάσεων του, έκρινε, υπό την προεδρία του τότε Αντιπροέδρου κ. Ηλ. Ντόκα και με Εισηγητή το Σύμβουλο της Επικρατείας κ. Ηλ. Παπαγεωργίου, δεκτή την αίτηση ακυρώσεως κατά της υπ’ αριθ. 101/28-11-1984 πράξεως του Υπουργικού Συμβουλίου και απέρριψε την ασκηθείσα υπέρ της πράξεως αυτής παρέμβαση της ΕΡΤ.

Η αιτιολογία της εν λόγω ακυρωτικής αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι ότι η πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου υπερέβη την εξουσιοδοτική διάταξη της § 1 του άρθρου 8 του ν. 230/1975 και επέβαλε φόρο υπέρ της ΕΡΤ και όχι ανταποδοτικό τέλος, όπως το τελευταίο ήθελε η διάταξη αυτή του Νόμου. Και τούτο λόγω της αποσυνδέσεως της εισφοράς υπέρ της ΕΡΤ από τις παρεχόμενες απ’ αυτήν υπηρεσίες.

Πα να είναι δε ανταποδοτικό τέλος, σύμφωνα με την εξουσιοδοτική διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του ν. 230/1975, η εισφορά υπέρ της ΕΡΤ, θα πρέπει κατά την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, τα κριτήρια καθορισμού της εισφοράς αυτής (ως προς τα υποκείμενα και το ύψος της) να είναι «συναφή προς τας υπό της υπέρ ης το τέλος τούτο ΕΡΤ παρεχόμενος υπηρεσίας και επιτήδεια να αγάγουν εις επιβάρυνσιν εκάστου φυσικού ή νομικού προσώπου ανάλογον προς τας παρεχόμενος. υπηρεσίας».



ΙΙ.Α. Η ακυρωτική αυτή απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας εδημοσιεύθη την 30ή Ιουνίου 1988. Παραταύτα και μετά την απόφαση αυτή μέχρι σήμερα η κριθείσα ως παράνομη εισφορά υπέρ της ΕΡΤ εξακολούθησε να εισπράττεται, παραγνωρίζουσα η Πολιτεία την erga omnes ισχύ του ακυρωτικού δεδικασμένου των αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Η ΕΡΤ (Ελληνική Ραδιοφωνία-Τηλεόραση, Ανώνυμος Εταιρία) για να δικαιολογήσει τη μη συμμόρφωση της προς την ακυρωτική των τελών της απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας κατέθεσε, εν συνεχεία, την 18η Οκτωβρίου 1988, ενώπιον του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου ΑΕΔ) (άρθρο 100 του Συντάγματος) Αίτηση για την άρση αμφισβητήσεως ως προς την έννοια της επιμάχου εξουσιοδοτικής διατάξεως της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του ν. 230/1975, ισχυριζόμενη ότι την εισφορά αυτή υπέρ της ΕΡΤ την είχαν κρίνει οι υπ’ αριθ. 240 και 241/1984 αποφάσεις του Αρείου Πάγου ως ανταποδοτικό τέλος.

Η ως άνω Αίτηση της ΕΡΤ προσδιορίσθη αρχικώς προς εκδίκαση την 25/1/1989 και μετά τρεις αναβολές (22 Φεβρουαρίου, 10 Μαΐου 1989) εξεδικάσθη τελικώς την 4η Οκτωβρίου 1989.

Επί της αιτήσεως αυτής η Έκθεση του Εισηγητού Συμβούλου της Επικρατείας κ. Γεωργίου Κουβελάκη, μέλους τότε του ΑΕΔ, ήταν απορριπτική: τόσον ως προς το τύποις παραδεκτό της αιτήσε¬ως της ΕΡΤ, όσον και ως προς το ουσία βάσιμο αυτής, υπό την έννοια ότι δεν υπήρχε αντίθεση μεταξύ της αποφάσεως 2909/1988 του Συμβουλίου της Επικρατείας και των αποφάσεων 240 και 242/1984 του Αρείου Πάγου, ως προς την έννοια της εξουσιοδοτικής διατάξεως της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του Νόμου 230/1975.



Β. Κατά την αγόρευση μου ενώπιον του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου την ημέρα (4/10/1989) της συζητήσεως της εν λόγω υποθέσεως υπεστήριξα μεταξύ άλλων και τα εξής:

«…Επί της ουσίας, πράγματι μεταξύ των αποφάσεων 240 και 241/1984 του Α.Π. αφενός, και της αποφάσεως 2909/1988 του ΣτΕ αφετέρου, δεν υπάρχει αντίθεση.

Και τούτο, για τρεις λόγους:

Πρώτον, για το βασικό λόγο, που επισημαίνει η Έκθεση του κ. Συμβούλου, ότι το καθένα από τα δύο Ανώτατα Ακυρωτικά Δικαστήρια της Χώρας μας έκρινε επί διαφορετικού θέματος.

Ο μεν ΑΠ έκρινε στις αποφάσεις 240 και 241/1984 επί ζητήματος απαλλαγής των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου από την εισφορά υπέρ της ΕΡΤ, συγκρίνοντας τις διατάξεις του άρθρου 8 του Νόμου 230/1975 με εκείνες του νόμου 173/1975.

Το δε Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε, ότι η υπ’ αριθ. 101/1984 Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου εξεδόθη καθ’ υπέρβαση της εξουσιοδοτικής διατάξεως της § 1 του άρθρου 8 του Ν. 230/1975, επειδή η κανονιστική αυτή Πράξη επέβαλε φόρο και όχι ανταποδοτικό τέλος, όπως το τελευταίο προέβλεπε ο Νόμος 230/1975 στην επίμαχη εξουσιοδοτική διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 8.

Άλλος λόγος είναι ότι η απόφαση 240/1984 του ΑΠ εν παρόδω αναφέρει την εξουσιοδοτική διάταξη της § 1 του άρθρου 8 του Ν. 230/1975, χωρίς δηλαδή να την ερμηνεύει.

Και ο τρίτος λόγος είναι, ότι ο ισχυρισμός της αιτούσης πως η 2909/1988 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, ερμηνεύοντας τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του Ν. 230/1975, εδέχθη ότι είχε προβλέψει φόρο, είναι αναληθής. Διότι αντιθέτως τούτο εδέχθη η ως άνω δικαστική απόφαση για την κανονιστική Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, την οποία και ακύρωσε».

Επιπλέον, ανέφερα: «ότι η Αιτούσα δε θα έπρεπε να απασχολήσει το ΑΕΔ, και αντ’ αυτού θα έπρεπε να είχε από δεκαεξαμήνου εισηγηθεί στην Κυβέρνηση να θεσπισθεί η υπέρ της ΕΡΤ εισφορά με τυπικό νόμο, όπως το επιβάλλει το Σύνταγμα, επειδή ακριβώς πρόκειται για φόρο. Και ότι δεν είναι, εν προκειμένω, δυνατή η υλοποίηση της βουλήσεως του Νομοθέτου για επιβολή ανταποδοτικού τέλους, θέμα που έχει κατ’ επανάληψη απασχολήσει το Γαλλικό Συνταγματικό Συμβούλιο».

«Έτσι και μόνον θα νομιμοποιηθεί για το μέλλον η παράνομη μέχρι σήμερα είσπραξη εισφοράς υπέρ της ΕΡΤ ποσού 2.000.000.000 δραχμών περίπου ανά δίμηνο»,

«Βέβαια, κατά την άποψη μου, λόγω του ότι υπηρετώ την Επιστήμη του Δημοσιονομικού Δικαίου θα ήταν ευχής έργο να καταργηθεί η εισφορά αυτή:

- προκειμένου να καθιερωθεί τακτική επιχορήγηση της ΕΡΤ από τον Κρατικό Προϋπολογισμό

- και κατ’ ακολουθία, αυστηρός δημοσιονομικός έλεγχος στην οικονομική διαχείριση του δημοσίου αυτού οργανισμού».

Για την υπόθεση αυτή το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο εξέδωσε την 20ή Δεκεμβρίου 1989 απορριπτική απόφαση επί της Αιτήσεως της ΕΡΤ, για τυπικούς λόγους.

Παραταύτα η παράνομη και αντισυνταγματική είσπραξη της εισφοράς υπέρ της ΕΡΤ εξακολουθεί και μετά την απορριπτική απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, από την Πολιτεία μας να επιβάλλεται στους καταναλωτάς του ηλεκτρικού ρεύματος.



III. Και ενώ λοιπόν ανεμένετο η εν λόγω επί μακρώ χρόνω παράνομη επιβολή και είσπραξη της εισφοράς υπέρ της ΕΡΤ να νομιμοποιηθεί του λοιπού με τυπικό νόμο, κατά συμμόρφωση εξάλλου και προς το σκεπτικό της υπ’ αριθμ. 2909/1988 γνωστής ήδη ακυρωτικής αποφάσεως του Συμβουλίου Επικρατείας, παραταύτα η Εκτελεστική και πάλιν Εξουσία με την υπ’ αριθμ. 154/25-1-1991 Απόφαση της εξ Υπουργών Επιτροπής Τιμών και Εισοδημάτων (ΦΕΚ τ, Β’ 110/28-2-1991), επέβαλε από 1/1/1991 και εφεξής στους καταναλωτάς ηλεκτρικής ενεργείας μηνιαίας αξίας άνω των 500 δραχμών κατά μετρητά, μηνιαία εισφορά υπέρ της ΕΡΤ 500 δραχμών ήτοι διπλάσιο ποσό εισφοράς σε σχέση με το οριακό ποσό των 250 δραχμών που προεβλέπετο στην υπ. αριθμ. 101/1984 Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου για τους καταναλωτάς ηλεκτρικής ενέργειας μηνιαίας αξίας ανωτέρας των 3.000 δραχμών.

Η κανονιστική δε αυτή Απόφαση της Επιτροπής Τιμών και Εισοδημάτων εξεδόθη βεβαίως κατ’ εξουσιοδότηση του νέου νόμου 1730/1987 με τον οποίο ιδρύθη η ΕΡΤ ΑΕ ως ενιαίος φορέας.

Πλην όμως και οι σχετικές επί του θέματος διατάξεις του νόμου αυτού δεν επιλύουν το νομικό πρόβλημα της εισφοράς υπέρ της ΕΡΤ, διότι συνδέουν ευθέως την υποχρέωση καταβολής της εισφοράς αυτής και πάλιν με τον κάτοχο μετρητού ηλεκτρικής ενέργειας.

Ειδικότερα, θα πρέπει να επισημανθεί, ότι ο Νόμος 1730/18 Αυγούστου 1987, δε διαφέρει, καταρχήν, από τον προϊσχύσαντα Νόμο 230/1975 όσον αφορά στην επιβολή της αναγκαστικής χρηματικής εισφοράς υπέρ της ΕΡΤ ως ανταποδοτικού τέλους εις βάρος κάθε φυσικού προσώπου που κατοικεί στην Ελλάδα και κάθε νομικού προσώπου που ασκεί δραστηριότητα στη Χώρα μας. Δηλαδή, και στους δύο αυτούς νόμους υπάρχει η αυτή εξουσιοδότηση για επιβολή με κανονιστι¬κή διοικητική πράξη σε βάρος των πολιτών αναγκαστικής χρηματικής εισφοράς υπέρ της ΕΡΤ ως ανταποδοτικού τέλους. Η μόνη διαφορά που υπάρχει μεταξύ της περιεχόμενης στην παρ. 1 του άρθρου 8 του Νόμου 230/1975 εξουσιοδοτήσεως και εκείνης της διατάξεως της παρ. 2 του άρθρου 14 του Ν. 1730/1987, είναι π εξής: Ότι η τελευταία αυτή διάταξη περιορίζει την εξουσιοδότηση και προκαθορίζει ευθέως την επιβολή ανταποδοτικού τέλους (εισφοράς) υπέρ της ΕΡΤ σε βάρος των κατόχων «μετρητή ή μετρητών καταναλώσεως ηλεκτρικής ενέργειας για κάθε μετρη¬τή», πράγμα το οποίο είχε τελευταία προβλεφθεί με την υπ’ αριθ. 101/1984 Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου που ακυρώθη με την απόφαση 2909/1988 του Συμβουλίου της Επικρατείας. Άφησε δε ο Νόμος 1730/1987, κατά ρητή εξουσιοδότηση του, το ύψος της εν λόγω αναγκαστικής χρηματικής εισφοράς των καταναλωτών του ηλεκτρικού ρεύματος, να ρυθμίζεται «με απόφαση της Επιτροπής Τιμών και Εισοδημάτων ύστερα από πρόταση του διοικητικού συμβουλίου της ΕΡΤ-ΑΕ, γνώμη της Α.Σ.Κ.Ε. Τηλεθεατών-Ακροατών και εισήγηση του εποπτεύοντος Υπουργού».

Με άλλα λόγια, τα δύο αυτά νομικά καθεστώτα, το προΐσχύσαν υπό τον Νόμο 230/1975 και το ισχύον υπό το Νόμο 1730/1987 συμπίπτουν, αφού πρόκειται και στις δύο περιπτώσεις για επιβολή με κανονιστική διοικητική πράξη αναγκαστικής χρηματικής υπέρ της ΕΡΤ εισφοράς των κα¬ταναλωτών κατά μετρητή ηλεκτρικού ρεύματος.

Έτσι λοιπόν και ο Νόμος 1730/1987 ευρίσκεται σε πλήρη αδυναμία να επιλύσει το νομικό ζήτημα που προέκυψε ύστερα από την ακυρωτική απόφαση 2909/1988 του ΣτΕ, αφού με την απόφαση αυτή ρητώς εκρίθη πλέον ότι η αναγκαστική αυτή χρηματική εισφορά των καταναλωτών ηλεκτρικού ρεύματος είναι φόρος και όχι ανταποδοτικό τέλος. Τούτο σημαίνει ότι η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 14 του νέου Νόμου 1730/1987, που εξουσιοδοτεί τη Διοίκηση να καθορίζει αυτή το ύψος της εν λόγω χρηματικής εισφοράς, είναι έκδηλα αντισυνταγματική, αφού στις παραγράφους 1 και 4 του άρθρου 78 του Συν/τος ορίζεται ότι κανείς φόρος δεν επιβάλλεται ούτε εισπράττεται χωρίς τυπικό νόμο (χωρίς δηλαδή πράξη της Βουλής) και ότι δεν επιτρέπεται νομοθετική εξουσιοδότηση για τον καθορισμό του υποκειμένου και αντικειμένου του φόρου, του φορολογικού συντελεστού και των φορολογικών απαλλαγών.

Επ’ ευκαιρία, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η επιμονή και των δύο νόμων 230/1975 και 1730/1987 για επιβολή αναγκαστικής χρηματικής υπέρ της ΕΡΤ εισφοράς εις βάρος των καταναλωτών ηλεκτρικού ρεύματος υπό τη μορφή ανταποδοτικού τέλους παρουσιάζεται από νομική άποψη ως ουτοπία. Διότι κατ’ εξουσιοδότηση των νόμων αυτών δεν επιβάλλεται η εισφορά στους κατόχους συσκευής ραδιοφώνου ή τηλεοράσεως, αλλά στους κατόχους μετρητού ή μετρητών ηλεκτρικού ρεύματος για τους οποίους η αποκλειστική, άμεση και συγκεκριμένη ειδική αντι¬παροχή και ωφέλεια συνίσταται μόνον στην κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος. Αλλά και αν ακόμη από τους νόμους αυτούς είχε παραχωρηθεί στη Διοίκηση εξουσιοδότηση για επιβολή αναγκα¬στικής χρηματικής εισφοράς υπέρ της ΕΡΤ σε βάρος μόνον των κατόχων συσκευής ραδιοφώνου ή τηλεοράσεως, όπως τούτο συμβαίνει στη Γαλλία, και τότε πάλι δε θα εστοιχειοθετείτο ή έννοια του ανταποδοτικού τέλους. Διότι θα έλειπε το στοιχείο της ειδικής αντιπαροχής και ωφελείας εκ μέρους της ΕΡΤ προς όλους τους κατόχους των συσκευών αυτών, στοιχείο αποφασιστικό για την ύπαρξη ανταποδοτικού τέλους.

Πράγματι, από τη φύση της η ΕΡΤ ως δημοσία υπηρεσία έχει ως άμεση αποστολή την εξυπη¬ρέτηση αποκλειστικά του γενικού συμφέροντος υπό την έννοια της μαζικής κατά τρόπο ενιαίο και αδιαίρετο ενημερώσεως του κοινού, σύμφωνα πάντοτε με την εκάστοτε κυβερνητική πολιτική. Δεν είναι δηλαδή δυνατόν σ’ ένα δημοκρατικό καθεστώς η ΕΡΤ να παρουσιάζεται αναγκαστικά για όλους τους κατόχους συσκευής ραδιοφώνου ή τηλεοράσεως ωφέλιμη, επιθυμητή και εξατομικευμένη. Ανάλογη άποψη έχει ήδη υιοθετήσει προ πολλού χρόνου και κατ’ επανάληψη η νομολογία του Γαλλικού Συνταγματικού Συμβουλίου, το οποίο έχει κρίνει ότι η σχετική αναγκαστική χρηματική εισφορά των κατόχων συσκευής ραδιοφώνου ή τηλεοράσεως δεν αποτελεί ανταποδοτικό τέλος, αφού δεν υπάρχει για καθένα απ’ αυτούς ειδική αντιπαροχή (ωφέλεια)•

Ύστερα από όλα αυτά δύο νομικές λύσεις απομένουν για την αποκατάσταση της νομιμότητος ως συνέπεια και της ακυρωτικής αποφάσεως 2909/1988 του Συμβουλίου της Επικρατείας: Η να καταργηθεί τελείως η υπέρ της ΕΡΤ αναγκαστική χρηματική εισφορά, πράγμα που θα ήταν ευχής έργο, προκειμένου να καθιερωθεί τακτική επιχορήγηση της ΕΡΤ από τον Κρατικό Προϋπολογισμό και αυστηρός κατ’ ακολουθία δημοσιονομικός έλεγχος επί της οικονομικής διαχειρίσεως του δημοσίου αυτού οργανισμού. Η στην αντίθετη περίπτωση που η πολιτική ηγεσία επιθυμεί τη συνέχιση της επιβολής και εισπράξεως από τους καταναλωτάς του ηλεκτρικού ρεύματος αναγκαστικής χρηματικής εισφοράς υπέρ της ΕΡΤ, θα πρέπει σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 78 του Συντάγματος η εισφορά αυτή να θεσπισθεί εξ ολοκλήρου με τυπικό νόμο.

Διαφορετική νομική λύση έχει ως άμεσο αποτέλεσμα τη διαιώνιση της παρανομίας στην είσπραξη της υπέρ της ΕΡΤ εισφοράς, πράγμα το οποίο αντίκειται στις αρχές της ευνομούμενης Πολιτείας, του Κράτους Δικαίου και της Δημοκρατίας.

 
...............................................................................................................................................
 
 
Συμμόρφωση της Διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις




ΥΠΕΣ

Κυριακή, 30 Νοεμβρίου 2008

Ο Υπουργός Εσωτερικών Καθηγητής κ. Προκόπης Παυλόπουλος υπέγραψε εγκύκλιο με θέμα: «Συμμόρφωση της Διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις». Η εγκύκλιος εστάλη προς τις Διευθύνσεις Διοικητικού όλων των Υπουργείων και όλων των Γενικών και Ειδικών Γραμματειών των Υπουργείων, όλες τις Περιφέρειες και όλες τις Ανεξάρτητες Αρχές.

Το πλήρες κείμενο της εγκυκλίου έχει ως εξής:

Θέμα: «Συμμόρφωση της Διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις»

Το Υπουργείο Εσωτερικών, με αφορμή το πρακτικό Συνεδριάσεως (αρ. πρ.26/2007) του Τριμελούς Συμβουλίου για τον έλεγχο της συμμόρφωσης της Διοίκησης σε αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας και των Διοικητικών Δικαστηρίων, απέστειλε την αρ. πρωτ. ΔΟΑ/Φ.Ο1/οικ.22133/23-8-2008 εγκύκλιο προς όλες τις Υπηρεσίες και τους φορείς της Δημόσιας Διοίκησης, επισημαίνοντας την υποχρέωση τους για πλήρη και έγκαιρη συμμόρφωση στις δικαστικές αποφάσεις που παράγουν υποχρέωση συμμόρφωσης ή είναι εκτελεστές κατά τις οικείες δικονομικές διατάξεις και τους όρους που κάθε απόφαση τάσσει.

Μετά την έκδοση και αποστολή προς τον Υπουργό Εσωτερικών νεότερου πρακτικού Συνεδριάσεως (αρ. πρ.74/2008) του Τριμελούς Συμβουλίου του Συμβουλίου της Επικρατείας, στο οποίο διαπιστώνεται για ορισμένες υπηρεσίες συνεχιζόμενη παράλειψη ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση συμμόρφωσης ή πλημμελής συμμόρφωση της Διοίκησης σε ακυρωτικές αποφάσεις Διοικητικών Δικαστηρίων, σας υπενθυμίζουμε εκ νέου την υποχρέωσή σας για πλήρη συμμόρφωση προς τις δικαστικές αποφάσεις και έγκαιρη εκτέλεσή τους.

Επισημαίνεται ότι η υποχρέωση της Διοίκησης για συμμόρφωση προς τις εν λόγω αποφάσεις αφενός αποτελεί Συνταγματική επιταγή (άρθρο 95 παρ. 5 του Συντάγματος) και αφετέρου ορίζεται από τις διατάξεις του άρθρου 1 του νόμου 3086/2002.

….. κλπ κλπ




Κύριε Προκόπη Παυλόπουλε,




Επειδή έχουμε χορτάσει στα παχιά λόγια σας, παρακαλώ πολύ εξηγήστε στον ελληνικό λαό, γιατί μέχρι σήμερα η Υπουργός Εξωτερικών Ντόρα Μπακογιάννη δεν έχει εφαρμόσει τις εναντίον της εκδοθείσες ακυρωτικές αποφάσεις του Συμβουλίου Επικρατείας υπ’ αριθ. 2023/2003, 73/2005, 3554/2006, 3555/2005, 2307/2008 και 2308/2008;

Μήπως η εγκύκλιος δεν αφορά τις παρανομίες που διαπράττουν τα επιφανή στελέχη της Νέας Δημοκρατίας;

Και στην περίπτωση αυτή γιατί μας ζαλίζετε με τις επαναλαμβανόμενες κοροϊδίες σας;

Αφού με τον τσαμπουκά οι Υπουργοί σας δεν εφαρμόζουν δυσμενείς γι’ αυτούς ακυρωτικές αποφάσεις του Συμβουλίου Επικρατείας!


ΖΑΚΛΙΝ ΚΟΝΕ January 26th, 2010


0 Σχολίασε το Άρθρο...:

Δημοσίευση σχολίου

 
ΑΝΟΙΞΕ ΤΟ