ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ
loading...

ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ

12:08 μ.μ.
Μέσα από αυτή τη σελίδα προσπαθούμε να εμπλουτίσουμε το καθημερινό 
μας λεξιλόγιο με όμορφες, ποιητικές και ποιοτικές λέξεις. Ότι βρούμε 
στο ίντερνετ, ότι ακούσουμε στο δρόμο, ότι διαβάσουμε σε κάποιο βιβλίο, 
το σημειώνουμε το ψάχνουμε και το παρουσιάζουμε με αλφαβητική σειρά. 
Ελπίζουμε να σας αρέσει η ιδέα μας :)





A


Αινέω-ώ:
επαινώ,εγκωμιάζω,εξυμνώ.Ετυμολογία: To ρήμα παράγεται απο το ουσιαστικό "αίνος". 
Παράγωγα-ομόρριζα: αίνεσις=έπαινος,εγκώμιο , αινετός=αυτός που μπορεί 
να επαινεθεί ,επαινέτης=υμνητής, επαινετός=αξιέπαινος ,πολυεπαίνετος=αυτός 
που πρέπει να επαινείται

 

Αλγέω-ώ:
πονώ σωματικά ή ψυχικά,θλίβομαι,υποφέρω. Ετυμολογία: Το ρήμα σχηματίζεται
απο το ουσιαστικό "το άλγος".Παράγωγα-ομόρριζα: η αλγηδών=ο πόνος, 
η άλγησις=αίσθηση πόνου, το άλγημα=αίσθηση πόνου, 
ανάλγητος=αναίσθητος, περιαλγής=καταλυπημένος, βαρυαλγής=βαριά 
η βαθιά θλιμμένος, κεφαλαλγία=πόνος του κεφαλιού,

 

Αγορεύομαι:
εκφωνούμαι δημοσίως. Ετυμολογία: Το ρήμα παράγεται απο το ουσιαστικό αγορά. 
Παράγωγα-ομόρριζα: αγόρευσις,προσαγόρευμα,αγορητής,αγορευτός,
προσαγορευτέος,ρητός,άρρητος,ανάρρηση,πρόσρηση,διαρρήδην


Aκραιφνής: ακέραιος, καθαρός, ανόθευτος. Συνων: άδολος , 
Αντίθ: ανάμεικτος, νοθευμένος, (μτφ) ειλικρινής, πραγματικός    Επίρρ. ακραιφνώς






B
Βαυκαλίζω:ξεγελώ με απατηλές υποσχέσεις - βαυκαλίζομαι: αυταπατώμαι,
ξεγελώ τον εαυτό μου


Βρίθω: είμαι γεμάτος


Βυθοκόρος : (η) ουσ. μηχάνημα για την εκσκαφή ή τον καθαρισμό των βυθών 


Βυνοσάκχαρο: (το) ουσ. σάκχαρο που παράγεται με τη ζύμωση αμύλου 
υπό την επίδραση βύνης , η μαλτόζη


Βώτριδα : (η) ουσ. υγρασία, μούχλα, σκόρος
 

Γ


Γκεμπελικός: επίθετο από το κύριο όνομα Γκέμπελς( Goebbels) , 
Ιωσήφ Παύλος (1897-1945) υπουργός Δημόσιας Διαφώτισης και 
Προπαγάνδας στη ναζιστική Γερμανία - ο αναφερόμενος σε 
προπαγάνδα που ασκείται με άθλιες μεθόδους , ο άθλια προπαγανδιστικός. 


Γυλιός:(ο) ουσ. είδος ατομικού σάκου  των στρατιωτών που 
κρέμεται στον ώμο


Γούτος : (ο) ουσ. το αρσενικό περιστέρι


Γραικύλος: (ο) ουσ. Έλληνας ανάξιος του ονόματος.




Δ




Διαμείβω:
ανταλλάζω, διαμείβομαι διαμείβω (ρήμα) [ ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ :‹ δια + αμείβω]
(το ουδ. πληθ. της μτχ. παθ. αορ.) τα διαμειφθέντα, οι συζητήσεις που έγιναν.

 

Δοκησίσοφος:
αυτός που θεωρεί τον εαυτό του σοφό. ΣΥΝ: ψευδόσοφος, δοκησισοφία






Δονκιχωτισμός: ουσ. ( ον. Δον Κιχώτης ,ήρωας μυθιστορήματος του Θερβάντες) 
μεγαλομανία, επίδειξη ψεύτικης παλικαριάς.








Ε




Εύσχημος:
αυτός που με ωραίο τρόπο καλύπτει κάτι το οποίο μπορεί να δυσαρεστήσει

 

Ενθυμέομαι-ούμαι:
θέτω κάτι στο νου μου,
σκέπτομαι,εξετάζω,λαβαίνω υπόψη,κρίνω,συλλογίζομαι,προσέχω,
παρατηρώ,φροντίζω,θυμώνω,συμπεραίνω.
Ετυμολογία: Το ρήμα είναι παρασύνθετο χωρίς ενδιάμεσο όνομα 
απο τη φράση "εν θυμώ τίθημι".Παράγωγα:το ενθύμημα=η σκέψη,
ο συλλογισμός ,το επιχείρημα,το επινόημα, η ενθύμησις=η σκέψη,
η μελέτη,το νόημα,ο λογισμός, ενθυμία=αμφιβολία,δυσπιστία, 
ενθύμιος-ενθυμιστός=αυτός που πάντα τον σκέφτεται κάποιος ή 
τον φροντίζει, ενθυμητέος=αυτός που πάντα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη


Ευσταλής:
αυτός που έχει ωραίο παράστημα. Ετυμολογια: Προέρχεται απο το
επίρρημα "ευ" και απο παράγωγο του ρήματος "στέλλω".
Αρχικά αναφερόταν σε κάλα εξοπλισμένες στρατιωτικές αποστολές 
οι οποίες ξεκινούσαν για εκστρατεία.

Ελέομαι-ούμαι:
είμαι αντικείμενο οίκτου.Ετυμολογία:To ρήμα παράγεται απο 
το ουσιαστικό "ο έλεος"(η ευσπλαχνία,ο οίκτος,η συμπόνοια).
Παράγωγα-ομόρριζα: ο ελεεινός, ο ελεήμων, ανελεημόνως=ανελέητα, 
ανηλεής=άσπλαχνος, σκληρός,ανελεημοσύνη,ελεημοσύνη

 

Ευνομέομαι-ούμαι:
έχω καλούς νόμους ή πολίτευμα,διοικούμαι ορθά,τηρώ τους νόμους.
Ετυμολογία:Το ρήμα είναι παρασύνθετοπαραγόμενο απο το σύνθετο 
επίθετο "ο εύνομος"(αυτός που τελεί καλούς νόμους,ο δικαιότατος).
Παράγωγα-ομόρριζα:ευνόμημα,ευνομία

 

Ευσύνοπτος:
1)ο εύκολα αντιληπτός στο σύνολό του
2) σύντομος στη διατύπωσή του 


Επαφίεμαι: [<αρχ. επαφίημι] αφήνομαι στη διάθεση ή τη κρίση.




Ζ



Ζιγκουράτ: γιγαντιαίος πύργος των χαλδαϊκών ή βαβυλωνιακών ναών 
με επάλληλους ορόφους που προοδευτικά περιορίζονται σε έκταση.


Ζουριάζω:φθίνω,μαραίνομαι.ζουριασμένος:ατροφικός,καχεκτικός                                                                                                 



Η
Ηδύνομαι: τέρπομαι, ευφραίνομαι

Ηχοβολισμός: μέτρηση του βάθους της θάλασσας με εκπομπή στο 
βυθό και ανάκλαση υπερηχητικών κυμάτων .





 

Θ

 

Θέσφατο:
1)η προφητεία ,η εντολή Θεού
2)ο λόγος σημαντικού προσώπου που θεωρείται οτι έχει ξεχωριστή σημασία ή 
απόλυτη ισχύ. Π.χ: στην επιστήμη δεν υπάχουν θέσφατα





Ι


Ικμάδα:(η) ουσ. [<ικμάς] η υγρασία της γης που τρέφει τα φυτά . (μτφ) στοιχείο 
ζωτικότητας.


Ικρίωμα:(το) ουσ. πρόχειρη ξύλινη εξέδρα, ξύλινο καλούπι σε δομικό έργο, 
το σανίδωμα της λαιμητόμου ή της αγχόνης.

 

Κ




Κροτέομαι-ούμαι: επικροτούμαι,επιδοκιμάζομαι,
επιτυγχάνω,χτυπιέμαι,υφαίνομαι πυκνά,σφυρηλατούμαι.
Ετυμολογία:Το ρήμα παράγεται απο το ουσιαστικό "ο κρότος".
Παράγωγα-ομόρριζα: κρότημα=χειροκρότημα,ποδοκρότημα,κροτησμός=κρότος,
κρόταλο,κρόταφος,κροτητός,κροτησις.αξυγκρότητος=αυτός που 
δεν έχει συγκολληθεί με σφυρηλάτηση ,αυτός που δεν έχει εξασκηθέι να 
κωπηλατεί μαζί με άλλους.

 

Κελεύομαι:
παίρνω διαταγή Ετυμολογία:Το ρήμα παράγεται απο το θέμα "κελευ". 
Παράγωγα-ομόρριζα: το κέλευμα-το κέλευσμα=η διαταγή,η προσταγή, 
η εντολή,το παράγγελμα,η κελευσμοσύνη=διαταγή,κελευσμός=διαταγή, 
κελευστής=αυτός που προστάζε

 

Λ


Λίβελος: (ο) -ουσ. δυσφημιστικό ή υβριστικό δημοσίευμα -το λιβελογράφημα


Λίγνεμα: λέπτυνση
 

Μ


Μορμολύκειο: (μορμολύττομαι) φόβητρο, σκιάχτρο


Μουσκέτο: είδος παλιού εμπροσθογεμούς πυροβοβόλου όπλου, τουφέκι



Ν


νηπενθής: ο απαλλαγμένος από τη λύπη , που έχει αποβάλλει το πένθος- 
( με ενεργητ. σημασία) που δεν προκαλεί λύπη, πένθος. ουδ. νηπενθές 
ως ουσ.(βότανο) φυτό καλλιεργούμενο σε θερμοκήπια ως καλλωπιστικό 
για τα ιδιόρρυθμα φύλλα του.

 

Ξ
Ξενερίζω: χάνω τα νερά μου, παραπλανιέμαι - βγαίνω πάνω από την επιφάνεια του νερού -συνέρχομαι από μεθύσι - (μτφ) αλλάζω το νερο του δοχείου





Ο
Οπισθέλκουσα: δύναμη αντιτιθέμενη στη κίνηση ενός σώματος μέσα σε ρευστό.
 

Π
Παράτριμμα: ερεθισμός της επιδερμίδας που συνοδεύεται από κοκκινίλα 
και εμφανίζεται στα σημεία όπου δύο δερματικές επιφάνειες έρχονται σε επαφή, το σύγκαμα.




περιδεής -ής -ές [periδeís] :
(λόγ.) πολύ φοβισμένος, έντρομος. περιδεώς ΕΠIΡΡ.





Ρ
Ραγολογώ: μαζεύω ρώγες σταφυλιών ή τα τελευταία σταφύλια που έχουν μείνει στα κλήματα


Ραιβόκρανο: (το) ουσ.  περικεφαλαία , διαρκής κλίση του κεφαλιού πρός τα μέσα
 

Σ




Στασιάζομαι:
διχονοώ Ετυμολογία: το ρήμα παράγεται απο το ουσιαστικό η στασις :τοποθέτηση,
ζύγισμα,ακινησία,θέση,κατάσταση,στρατιωτικό σώμα,φατριά,εμφύλια διαμάχη,
διαφωνία Παράγωγα,ομόρριζα:στασισμός=επανάσταση,
έκρηξη επανάστασης στασιαστικός,αστασίαστος,στασιαστής




Τ




Τάττομαι και τάσσομαι: παρατάσσομαι σε μάχη, συμφωνώ-παρατάσσομαι 
απο κάποιον σε μάχη ή σε κάποια θέση. Ετυμολογία:το ρήμα σχηματίζεται απο το θέμα "ταγ".
Παράγωγα-ομόρριζα:το τάγμα,ο ταγός,ο τακτικός,ο τακτός,η τάξις,η ταγή


Τεκμαίρομαι:
συμπεραίνω,σχεδιάζω,απογασίζω,σημειώνω,κρίνω,δηλώνω,ορίζω,παραγγέλλω. 
Ετυμολογία: ΤΟ ρήμα παράγεται απο το άκλιτο (ποιητικό) ουσιαστικό 
"το τέκμαρ" = ορισμένο σημείο, τέρμα, ορισμένη γραμμή,μεγάλο και σοβαρό σημάδι.
Παράγωγα-ομόρριζα:τέκμαρισις=κρίση που στηρίζεται σε σημάδια η ενδείξεις,
τεκμήριον=απόδειξη συλλογιστική, ατέκμμαρτος=ανυπολόγιστος, 
ατεκμάρτως=με ασάφεια,αξιοτέκμαρτος=αξιόπιστος,τεκμαρτός=αυτός τον οποίο
μπορεί κάποιος να συμπεράνει,δυστέκμαρτος=ο δύσκολα υπολογιζόμενος,
τεκμαρτικός=στοχαζόμενος.




Υ


Υπήνεμος: -η , -ο επίθ. προφυλαγμένος απο τον  άνεμο, 
απάνεμος , Συνών : απάγκιος, Αντίθ:προσήνεμος, επίρρ: υπήνεμα  και υπηνέμως



 

Φ


Φέρμελη : (η) ουσ. χρυσοποίκιλτο ανδρικό γιλέκο που φοριέται με τη φουστανέλα



Φενάκη : (η) ουσ. η περούκα , (μτφ) η απάτη - φενακισμός : εξαπάτηση

 

Χ


χερόβολο: (ουσ) ποσότητα σπαρτών που μπορεί να  πιάσει ο θεριστής με το ένα χέρι.

 

Ψ




Ψευδοκράτος:
κράτος νομικα ανύπαρκτο που δεν αναγνωρίζεται απο διεθνείς οργανισμούς.
Πχ:το βόρειο τμήμα της Κύπρου που τελεί υπο τουρκική κατοχή απο το 1974.


Ψευδάδαμας:
ψεύτικο διαμάντι απο γυαλί ή κρύσταλλο


Ψαύω:
περιεργάζομαι κάτι με τις άκρες των δαχτύλων ,ψηλαφώ


Ψέγω:
ασκώ αρνητική κριτική σε κάποιον /κάτι για ελάττωμά του. 
Π.χ:τον έψεξε για την απρεπή συμπεριφορά του. ΣΥΝ: μέμφομαι




Ω

 

Ώσμωση:
1)η αυτόματη διέλευση ή διάχυση νερού ή άλλου διαλύτη απο αραιό προς 
πυκνό διάλυμα μέσω ημιπερατής μεμβράνης
2) (μτφ) η αλληλεπίδραση Π.χ: η ελεύθερη διακίνηση ιδεών επιτρ[επει τον 
ώσμωση καλλιτεχνικών ρευμάτων.

0 Σχολίασε το Άρθρο...:

Δημοσίευση σχολίου

 
ΑΝΟΙΞΕ ΤΟ